spring floor
spring
sprɪng
σπρινγκ
floor
flɔ:
φλο

Ορισμός και σημασία του "spring floor"στα αγγλικά

01

πλατφόρμα ελατηρίων, ελαστική πλατφόρμα

a surface with built-in springs to enhance rebound and cushioning in gymnastics 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
spring floors
Παραδείγματα
The gymnasts practiced their tumbling routines on the spring floor. 

Οι γυμναστές εξασκήθηκαν στις ρουτίνες τους στο ελατήριο δάπεδο στο ελατήριο δάπεδο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store