branch line
branch
brɑ:nʧ
braanch
line
laɪn
lain

Ορισμός και σημασία του "branch line"στα αγγλικά

01

δευτερεύουσα γραμμή, κλάδος

a secondary railway line that splits from a main line 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
branch lines
Παραδείγματα
The branch line served smaller towns off the main route. 

Η παρυφάς γραμμή εξυπηρετούσε μικρότερες πόλεις εκτός της κύριας διαδρομής.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store