Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Superbike
01
superbike, αγωνιστική μοτοσυκλέτα
a sportbike that is designed for speed and flexibility, commonly used in motorcycle racing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
superbikes
Παραδείγματα
He invested in a new superbike for the upcoming racing season.
Επένδυσε σε ένα νέο superbike για την επερχόμενη αγωνιστική σεζόν.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
superbike
super
bike



























