sai
Pronunciation
/ˈɛˈseɪˈaɪ/, /ˈsaɪ/
/sˈaɪ/

Ορισμός και σημασία του "sai"στα αγγλικά

01

sai, παραδοσιακό όπλο πολεμικών τεχνών με μεταλλικό άξονα και δύο δόντια που χρησιμοποιείται στο καράτε

a traditional martial arts weapon with a metal shaft and two prongs used in karate
Παραδείγματα
She carried her sai in a protective case.
Κουβαλούσε το sai της σε μια προστατευτική θήκη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store