mouthguard
mouth
ˈmaʊθ
mawth
guard
gɑ:d
gaad

Ορισμός και σημασία του "mouthguard"στα αγγλικά

01

προστατευτικό στόματος, προστατευτικό δοντιών

a protective device worn in the mouth to cushion teeth and gums during sports like boxing or football 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mouthguards
Παραδείγματα
Wearing a mouthguard is essential for preventing serious dental injuries in contact sports. 

Το να φοράς προστατευτικό στόματος είναι απαραίτητο για την πρόληψη σοβαρών τραυματισμών των δοντιών σε αθλήματα επαφής.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store