Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mouthguard
01
προστατευτικό στόματος, προστατευτικό δοντιών
a protective device worn in the mouth to cushion teeth and gums during sports like boxing or football
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mouthguards
Παραδείγματα
Forgetting my mouthguard meant I had to sit out the game until I could find a replacement.
Το να ξεχάσω το προστατευτικό στόματος μου σήμαινε ότι έπρεπε να μείνω εκτός παιχνιδιού μέχρι να βρω αντικατάσταση.
Λεξικό Δέντρο
mouthguard
mouth
guard



























