climbing shoe
Pronunciation
/klˈaɪmɪŋ ʃˈuː/

Ορισμός και σημασία του "climbing shoe"στα αγγλικά

01

παπούτσι αναρρίχησης, υποδήματα αναρρίχησης

a footwear designed with specialized features for rock climbing, providing grip and suppor
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
climbing shoes
Παραδείγματα
The climbing shoe was lightweight yet durable, perfect for long approaches.
Το παπούτσι αναρρίχησης ήταν ελαφρύ αλλά ανθεκτικό, ιδανικό για μεγάλες προσεγγίσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store