judoka
Pronunciation
/dʒuːdˈoʊkə/

Ορισμός και σημασία του "judoka"στα αγγλικά

01

τζουντόκα, ασκούμενος τζούντο

a person who practices or competes in judo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
judokas
Παραδείγματα
The experienced judoka teaches at the local dojo.
Ο έμπειρος τζουντόκα διδάσκει στο τοπικό ντότζο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store