field manager
field
ˈfi:ld
fild
ma
na
ni
ger
ʤə

Ορισμός και σημασία του "field manager"στα αγγλικά

01

διαχειριστής γηπέδου, υπεύθυνος γηπέδου

a person who oversees and directs staff and personnel in sports contexts, such as a coach or team leader 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
field managers
Παραδείγματα
The field manager instructed the players to focus on defense during practice. 

Ο διευθυντής γηπέδου διέταξε τους παίκτες να εστιάσουν στην άμυνα κατά τη διάρκεια της προπόνησης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store