fieldcraft
field
ˈfi:ld
fild
craft
krɑ:ft
kraaft

Ορισμός και σημασία του "fieldcraft"στα αγγλικά

01

τεχνικές επιβίωσης, δεξιότητες πεδίου

the skills that are needed for surviving outdoors, particularly in the wilderness 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
fieldcrafts
Παραδείγματα
The wilderness survival course taught students essential fieldcraft skills such as building shelters, starting fires, and finding food and water. 

Το μάθημα επιβίωσης στην άγρια φύση δίδαξε στους μαθητές βασικές δεξιότητες επιβίωσης όπως η κατασκευή καταφυγίων, η ανάφλεξη φωτιάς και η εύρεση τροφής και νερού.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

fieldcraft

field

+

craft

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store