libero
li
ˈlɪ
li
be
ro
rəʊ
rew
toreromarrowdarrowbolero

Ορισμός και σημασία του "libero"στα αγγλικά

01

λίμπερο, σκουπίδι

a versatile defensive player in soccer, often acting as a sweeper, positioned behind the main line of defense 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
liberos
Παραδείγματα
The libero cleared the ball off the goal line in a crucial moment. 

Ο λίμπερο απέκρουσε την μπάλα από τη γραμμή του τέρματος σε μια κρίσιμη στιγμή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store