Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to outcompete
01
ξεπεράσω, υπερτερώ
to perform better or achieve superior results compared to someone or something else in a competitive context
Transitive: to outcompete sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
outcompete
γ΄ ενικό πρόσωπο
outcompetes
ενεστώτα μετοχή
outcompeting
απλός αόριστος
outcompeted
παθητική μετοχή
outcompeted
Παραδείγματα
To outcompete their competitors, the company invested heavily in research and development.
Για να ξεπεράσει τους ανταγωνιστές της, η εταιρεία επένδυσε βαριά στην έρευνα και την ανάπτυξη.



























