Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to outcompete
01
ξεπεράσω, υπερτερώ
to perform better or achieve superior results compared to someone or something else in a competitive context
Transitive: to outcompete sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
outcompete
γ΄ ενικό πρόσωπο
outcompetes
ενεστώτα μετοχή
outcompeting
απλός αόριστος
outcompeted
παθητική μετοχή
outcompeted
Παραδείγματα
The new software is designed to outcompete all existing applications in terms of speed and functionality.
Το νέο λογισμικό έχει σχεδιαστεί για να ξεπεράσει όλες τις υπάρχουσες εφαρμογές σε όρους ταχύτητας και λειτουργικότητας.



























