Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
as a consequence
01
ως αποτέλεσμα, συνεπώς
used to indicate that something follows as a result or outcome of a preceding event or action
γραμματικές πληροφορίες
συνδετικό επίρρημα
Παραδείγματα
He neglected his studies, and as a consequence, he failed the exam.
Παραμέλησε τις σπουδές του, και ως αποτέλεσμα, απέτυχε στις εξετάσεις.



























