to rinse out
rinse
rɪns
rins
out
aʊt
awt

Ορισμός και σημασία του "rinse out"στα αγγλικά

to rinse out
01

ξεπλένω, καθαρίζω με νερό

to clean or remove something by flushing it with water or another liquid 
Transitive: to rinse out sth
to rinse out definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
rinse
ενεστώτας
rinse out
γ΄ ενικό πρόσωπο
rinses out
ενεστώτα μετοχή
rinsing out
απλός αόριστος
rinsed out
παθητική μετοχή
rinsed out
Παραδείγματα
After finishing his meal, he rinsed his plate out and placed it in the dishwasher. 

Αφού τελείωσε το γεύμα του, ξέπλυνε το πιάτο του και το τοποθέτησε στο πλυντήριο πιάτων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store