to strip off
strip
strɪp
strip
off
ɒf
of

Ορισμός και σημασία του "strip off"στα αγγλικά

to strip off
01

αφαιρώ, ξεγδύνομαι

to remove clothing or covering quickly or completely 
Transitive: to strip off sth
to strip off definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
strip
ενεστώτας
strip off
γ΄ ενικό πρόσωπο
strips off
ενεστώτα μετοχή
stripping off
απλός αόριστος
stripped off
παθητική μετοχή
stripped off
Παραδείγματα
After coming in from the rain, he quickly stripped off his wet clothes. 

Αφού μπήκε από τη βροχή, γρήγορα βγήκε τα βρεγμένα ρούχα του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store