chumming
chu
ˈʧʌ
cha
mming
mɪng
ming
charming

Ορισμός και σημασία του "chumming"στα αγγλικά

01

δέλεαρ, chumming

(sport fishing) the practice of scattering bait in the water to attract fish 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
chummings
Παραδείγματα
Chumming is a common technique used by deep-sea fishermen. 

Το chumming είναι μια κοινή τεχνική που χρησιμοποιείται από τους αλιείς της ανοικτής θάλασσας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store