Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Trendsetter
01
πρωτοπόρος, καθοδηγητής τάσεων
an individual or entity that is influential in setting or popularizing new styles, behaviors, ideas, or products
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
trendsetters
Παραδείγματα
She is known as a trendsetter in the fashion industry, with her unique sense of style influencing designers and consumers alike.
Είναι γνωστή ως καθοδηγητής μόδας στη βιομηχανία μόδας, με την μοναδική αίσθηση στυλ της να επηρεάζει τόσο τους σχεδιαστές όσο και τους καταναλωτές.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
trendsetter
trend
setter



























