trampolining
tram
ˌtræm
trām
po
li
ˈli:
li
ning
nɪng
ning

Ορισμός και σημασία του "trampolining"στα αγγλικά

01

τραμπολίνο, γυμναστική στο τραμπολίνο

a gymnastics sport involving acrobatic movements performed on a trampoline 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
trampolinings
Παραδείγματα
Olympic trampolining athletes undergo rigorous training schedules. 

Οι αθλητές ολυμπιακού τραμπολίνο υποβάλλονται σε αυστηρά προγράμματα προπόνησης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store