Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to onsight
01
ολοκλήρωση διαδρομής με την πρώτη, ανάβαση με την πρώτη
(climbing) to successfully complete a route on the first attempt without any prior knowledge or information about the route's challenges
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
onsight
γ΄ ενικό πρόσωπο
onsights
ενεστώτα μετοχή
onsighting
απλός αόριστος
onsighted
παθητική μετοχή
onsighted
Παραδείγματα
He managed to onsight the difficult route, relying solely on his instincts and skill.
Κατάφερε να onsight τη δύσκολη διαδρομή, βασιζόμενος μόνο στα ένστικτα και τις δεξιότητές του.



























