to onsight
Pronunciation
/ˈɑːnsaɪt/

Ορισμός και σημασία του "onsight"στα αγγλικά

to onsight
01

ολοκλήρωση διαδρομής με την πρώτη, ανάβαση με την πρώτη

(climbing) to successfully complete a route on the first attempt without any prior knowledge or information about the route's challenges
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
onsight
γ΄ ενικό πρόσωπο
onsights
ενεστώτα μετοχή
onsighting
απλός αόριστος
onsighted
παθητική μετοχή
onsighted
Παραδείγματα
Despite the route 's tricky sections, he managed to onsight it with grace.
Παρά τα δύσκολα σημεία της διαδρομής, κατάφερε να την αναρριχηθεί με την πρώτη με χάρη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store