indoor climbing
in
ˈɪn
ιν
door
dɔ:
ντο
climb
klaɪm
κλαιμ
ing
ɪng
ινγκ

Ορισμός και σημασία του "indoor climbing"στα αγγλικά

Indoor climbing
01

αναρρίχηση σε κλειστό χώρο, σχολική αναρρίχηση

the act of climbing on artificial walls using ropes and harnesses for safety and training 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
indoor climbings
Παραδείγματα
Indoor climbing gyms provide a safe environment for beginners to learn the basics. 

Οι γυμναστήρια αναρρίχησης σε εσωτερικούς χώρους παρέχουν ένα ασφαλές περιβάλλον για τους αρχάριους να μάθουν τα βασικά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store