Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Brushstroke
01
πινελιά, χτύπημα πινέλου
a mark made by a brush when applying paint to a surface
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
brushstrokes
Παραδείγματα
The artist used broad, sweeping brushstrokes to create the impression of wind blowing through the trees.
Ο καλλιτέχνης χρησιμοποίησε ευρείες, σαρωτικές πινελιές για να δημιουργήσει την εντύπωση του ανέμου που φυσάει μέσα από τα δέντρα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
brushstroke
brush
stroke



























