brushstroke
brush
ˈbrʌʃ
brash
stroke
strəʊk
strewk

Ορισμός και σημασία του "brushstroke"στα αγγλικά

01

πινελιά, χτύπημα πινέλου

a mark made by a brush when applying paint to a surface 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
brushstrokes
Παραδείγματα
The artist used broad, sweeping brushstrokes to create the impression of wind blowing through the trees. 

Ο καλλιτέχνης χρησιμοποίησε ευρείες, σαρωτικές πινελιές για να δημιουργήσει την εντύπωση του ανέμου που φυσάει μέσα από τα δέντρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store