Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Brushstroke
01
πινελιά, χτύπημα πινέλου
a mark made by a brush when applying paint to a surface
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
brushstrokes
Παραδείγματα
The watercolorist utilized transparent washes and delicate brushstrokes to achieve the soft, ethereal quality of the landscape painting.
Ο ακουαρελίστας χρησιμοποίησε διάφανα πλύματα και λεπτές πινελιές για να επιτύχει την απαλή, αιθέρια ποιότητα του τοπίου.
Λεξικό Δέντρο
brushstroke
brush
stroke



























