Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Combat sidestroke
01
μαχητικό πλευρικό stroke, τεχνική κολύμβησης για στρατιωτικές επιχειρήσεις
a swimming technique designed for efficient and stealthy movement in water, commonly used in military operations
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
combat sidestrokes
Παραδείγματα
The soldier demonstrated the combat sidestroke during training exercises.
Ο στρατιώτης επέδειξε την πλευρική πάλη μάχης κατά τις ασκήσεις προπόνησης.



























