Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Solar mass
01
ηλιακή μάζα, μονάδα ηλιακής μάζας
a unit of mass used in astronomy, defined as the mass of the Sun
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
solar masses
LanGeek



























