Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Steatosis
01
στεάτωση, μη φυσιολογική συσσώρευση λίπους στα ηπατοκύτταρα
a medical condition characterized by the abnormal accumulation of fat within liver cells
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
steatoses



























