Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ad hoc
01
ειδικός, συγκεκριμένος
done for a specific purpose or situation
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The committee was formed ad hoc to address the urgent issue of employee grievances.
Η επιτροπή σχηματίστηκε ad hoc για να αντιμετωπίσει το επείγον ζήτημα των καταγγελιών των εργαζομένων.
02
αυτοσχέδιος, αυθόρμητος
often improvised or impromptu
ad hoc
01
στο πόδι, ειδικά
for a certain purpose, especially an immediate one
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The emergency services were assembled ad hoc to deal with the unexpected flood.
Οι υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης συγκεντρώθηκαν ad hoc για να αντιμετωπίσουν την απροσδόκητη πλημμύρα.



























