Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mycorrhiza
01
μυκόρριζα, μυκορριζική συμβίωση
a mutually beneficial symbiotic association between the roots of plants and fungi where the fungus colonizes the root system, facilitating nutrient uptake from the soil
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mycorrhizae



























