Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Alginate
01
αλγινικό, φυσικό πολυσακχαρίτη που προέρχεται από καφέ φύκια
a naturally occurring polysaccharide derived from brown seaweed, commonly used in various industries for its thickening, gelling, and stabilizing properties
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
alginates



























