Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Microprobe
01
μικροσκόπιο καθετήρας, μικροσκοπικός καθετήρας
a device used to analyze the chemical composition of small samples at a microscopic scale
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
microprobes
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
microprobe
probe



























