Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Spring constant
01
σταθερά ελατηρίου, ακαμψία ελατηρίου
a measure of a spring's stiffness, indicating how much force is needed to stretch or compress it
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
spring constants



























