Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Telemark skiing
01
τηλεμαρκ σκι, τηλεμαρκ
a skiing technique where the skier's heel is free, allowing for a deep-knee bend and a turn
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
He's been practicing Telemark skiing for years.
Ασχολείται με το τηλεμαρκ σκι εδώ και χρόνια.
LanGeek



























