Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Body checking
01
έλεγχος σώματος, σωματική επαφή
(hockey) the legal act of using physical contact to impede an opponent's progress or separate them from the puck
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The player received a penalty for an illegal body checking.
Ο παίκτης έλαβε ποινή για παράνομο body checking.



























