slopestyle
slope
ˈsləʊp
σλεουπ
style
staɪl
σταιλ

Ορισμός και σημασία του "slopestyle"στα αγγλικά

01

slopestyle, ελεύθερο στυλ

a type of skiing that involves performing tricks on a course with jumps and obstacles 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
slopestyles
Παραδείγματα
The slopestyle event features skiers and snowboarders navigating jumps and rails. 

Η εκδήλωση slopestyle περιλαμβάνει σκιέρ και snowboarders που πλοηγούνται σε άλματα και σιδηροτροχιές.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

slopestyle

slope

+

style

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store