road running
road
ˈrəʊd
rewd
ru
ra
nning
nɪng
ning

Ορισμός και σημασία του "road running"στα αγγλικά

01

δρόμος τρεξίματος, τρέξιμο στο δρόμο

a form of long-distance running that takes place on paved roads 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The marathoner focused on road running to prepare for the upcoming race. 

Ο μαραθωνοδρόμος επικεντρώθηκε στο δρόμο τρεξίματος για να προετοιμαστεί για τον επερχόμενο αγώνα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store