Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Para powerlifting
01
παρα powerlifting, παραολυμπιακή άρση βαρών
a strength sport for athletes with physical disabilities, lifting maximum weights in three lifts
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
para powerliftings
Παραδείγματα
The gym has specialized equipment for para powerlifting training sessions.
Το γυμναστήριο διαθέτει εξειδικευμένο εξοπλισμό για τις συνεδρίες προπόνησης para powerlifting.



























