Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to feed off
01
τρέφομαι από, αντλώ δύναμη από
to gain strength from a specific source or influence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
feed
ενεστώτας
feed off
γ΄ ενικό πρόσωπο
feeds off
ενεστώτα μετοχή
feeding off
απλός αόριστος
fed off
παθητική μετοχή
fed off
Παραδείγματα
Rumors feed off people's curiosity and spread quickly through the office.
Οι φήμες τρέφονται από την περιέργεια των ανθρώπων και εξαπλώνονται γρήγορα στο γραφείο.
02
τρέφομαι από, ζω από
to consume a particular type of food regularly to grow and stay alive
Παραδείγματα
Cows feed off grass in the pastures every day.
Οι αγελάδες τρώνε γρασίδι στις βοσκοτόπους κάθε μέρα.



























