Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to feed off
[phrase form: feed]
01
τρέφομαι από, αντλώ δύναμη από
to gain strength from a specific source or influence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
feed
ενεστώτας
feed off
γ΄ ενικό πρόσωπο
feeds off
ενεστώτα μετοχή
feeding off
απλός αόριστος
fed off
παθητική μετοχή
fed off
Παραδείγματα
The fear of the unknown feeds off uncertainty, making people more anxious and hesitant.
Ο φόβος του αγνώστου τρέφεται από την αβεβαιότητα, κάνοντας τους ανθρώπους πιο ανήσυχους και διστακτικούς.
02
τρέφομαι από, ζω από
to consume a particular type of food regularly to grow and stay alive
Παραδείγματα
Sharks feed off smaller fish and marine animals in the ocean.
Οι καρχαρίες τρέφονται από μικρότερα ψάρια και θαλάσσια ζώα στον ωκεανό.



























