Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
braided
01
πλεγμένος, συμπλεγμένος
woven by (or as if by) braiding
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most braided
συγκριτικός βαθμός
more braided
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
textiles, hair, crafts
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
braided
braid



























