braided
brai
ˈbreɪ
brei
ded
dɪd
did
brandedbraised

Ορισμός και σημασία του "braided"στα αγγλικά

01

πλεγμένος, συμπλεγμένος

woven by (or as if by) braiding 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most braided
συγκριτικός βαθμός
more braided
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
textiles, hair, crafts

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

braided
braid
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store