Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sitting volleyball
01
καθιστή πετοσφαίριση, πετοσφαίριση για ΑΜΕΑ
a version of volleyball adapted for athletes with disabilities who play while seated on the floor
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sitting volleyballs
Παραδείγματα
He was introduced to sitting volleyball after his injury.
Εισήχθη στο κάθισμα βόλεϊ μετά τον τραυματισμό του.



























