penalty kick
pe
ˈpɛ
πε
nal
nəl
ναλ
ty
ti
τι
kick
kɪk
κικ

Ορισμός και σημασία του "penalty kick"στα αγγλικά

01

πέναλτι, έλλειμμα

a direct free kick taken from the penalty spot, awarded after a foul in the penalty area 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
penalty kicks
Παραδείγματα
He scored the winning goal with a penalty kick. 

Σκόραρε το νικητήριο γκολ με ένα πέναλτι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store