volley kick
vo
ˈvɒ
βο
lley
li
λι
kick
kɪk
κικ

Ορισμός και σημασία του "volley kick"στα αγγλικά

01

βολέ κικ, κλώτση εναέριου μπαλονιού

the act of striking the ball while it is in the air, without letting it touch the ground first 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
volley kicks
Παραδείγματα
He scored with a powerful volley kick from outside the box. 

Σκόραρε με ένα δυνατό κτύπημα βόλεϊ από έξω από το κουτί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store