Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Goalball
01
γκολμπολ, κουδούνι μπάλα
a team sport designed for visually impaired athletes, where players try to throw a ball with bells into the opponent's goal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
goalballs
Παραδείγματα
She volunteered to coach the local goalball team.
Εκούσια προσφέρθηκε να προπονήσει την τοπική ομάδα goalball.
Λεξικό Δέντρο
goalball
goal
ball



























