Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tchoukball
01
τσουκμπόλ, ομαδικό άθλημα που συνδυάζει στοιχεία του χάντμπολ και του βόλεϊ
a team sport combining elements of handball and volleyball, where players score by bouncing a ball off a rebound net
Παραδείγματα
She enjoys playing tchoukball with her friends on weekends.
Απολαμβάνει να παίζει tchoukball με τους φίλους της τα σαββατοκύριακα.



























