parasport
pa
ˈpa
pa
ras
rəs
rēs
port
ˌpɔ:t
pawt
passport

Ορισμός και σημασία του "parasport"στα αγγλικά

01

παρασπορ, προσαρμοσμένο αθλητισμό

the sport or activity that is specifically designed for individuals with physical disabilities like wheelchair basketball 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
parasports
Παραδείγματα
She participates in parasport competitions to showcase her athletic abilities. 

Συμμετέχει σε διαγωνισμούς παρασπορ για να επιδείξει τις αθλητικές της ικανότητες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store