Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Goalscoring
01
σκοράρισμα
the act of successfully putting the ball into the opponent's goal to score points
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The coach emphasized the importance of goalscoring.
Ο προπονητής τόνισε τη σημασία του σκοραρίσματος.



























