yellow belt
ye
ˈjɛ
ye
llow
ləʊ
lew
belt
bɛlt
belt

Ορισμός και σημασία του "yellow belt"στα αγγλικά

01

κίτρινη ζώνη, βαθμός κίτρινης ζώνης

(martial arts) a belt indicating basic proficiency 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
yellow belts
Παραδείγματα
She earned her yellow belt in karate. 

Κέρδισε την κίτρινη ζώνη της στο καράτε.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store