Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dojo
01
ντοτζό, αίθουσα προπόνησης
a training facility or space used for martial arts practice and instruction
Παραδείγματα
Parents watch proudly from the viewing area as their children practice in the dojo.
Οι γονείς παρακολουθούν με περηφάνια από την περιοχή παρακολούθησης ενώ τα παιδιά τους εξασκούνται στο ντοτζό.



























