Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dojo
01
ντοτζό, αίθουσα προπόνησης
a training facility or space used for martial arts practice and instruction
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dojos
Παραδείγματα
Students bow upon entering the dojo as a sign of respect.
Οι μαθητές κάνουν υπόκλιση κατά την είσοδό τους στο dojo ως σημάδι σεβασμού.



























