dojo
Pronunciation
/dˈoʊdʒoʊ/

Ορισμός και σημασία του "dojo"στα αγγλικά

01

ντοτζό, αίθουσα προπόνησης

a training facility or space used for martial arts practice and instruction
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dojos
Παραδείγματα
Parents watch proudly from the viewing area as their children practice in the dojo.
Οι γονείς παρακολουθούν με περηφάνια από την περιοχή παρακολούθησης ενώ τα παιδιά τους εξασκούνται στο ντοτζό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store