Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
instructional scaffolding
/ɪnstɹˈʌkʃənəl skˈæfoʊldɪŋ/
Instructional scaffolding
01
εκπαιδευτικό ικρίωμα, προσωρινή εκπαιδευτική υποστήριξη
a teaching method that offers temporary support to learners as they acquire new skills or grasp complex concepts, gradually fading this support as proficiency develops
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The language teacher employed instructional scaffolding by providing visual aids, vocabulary lists, and sentence starters to support English language learners as they practiced speaking and writing.
Ο δάσκαλος γλώσσας χρησιμοποίησε διδακτική σκαλωσιά παρέχοντας οπτικά βοηθήματα, λίστες λεξιλογίου και αρχές προτάσεων για να υποστηρίξει τους μαθητές της αγγλικής γλώσσας καθώς εξασκούσαν την ομιλία και τη γραφή.



























