Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to glance off
01
αναπηδώ, εκτρέπομαι
to strike a surface or object at an angle and then deflect or bounce away rather than piercing it or continuing on the original path
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
glance
ενεστώτας
glance off
γ΄ ενικό πρόσωπο
glances off
ενεστώτα μετοχή
glancing off
απλός αόριστος
glanced off
παθητική μετοχή
glanced off
Παραδείγματα
The baseball glanced off the outfielder's glove, allowing the opposing team to score a crucial run.
Η μπάλα του μπέιζμπολ αποκρούστηκε από το γάντι του εξωτερικού παίκτη, επιτρέποντας στην αντίπαλη ομάδα να σκοράρει ένα κρίσιμο τρέξιμο.
02
παρέρχομαι ελαφρά, αναπηδώ
(of light) to momentarily touch a surface and then quickly move away in a different direction rather than being absorbed or transmitted through it



























