Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Written exam
01
γραπτή εξέταση, γραπτό διαγώνισμα
an assessment where students provide written responses within a set time
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
written exams
Παραδείγματα
The final grade will be based on written exams and practical assessments.
Ο τελικός βαθμός θα βασίζεται σε γραπτές εξετάσεις και πρακτικές αξιολογήσεις.



























