written exam
Pronunciation
/ɹˈɪʔn̩ ɛɡzˈæm/
/ɹˈɪtən ɛɡzˈam/

Ορισμός και σημασία του "written exam"στα αγγλικά

01

γραπτή εξέταση, γραπτό διαγώνισμα

an assessment where students provide written responses within a set time
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
written exams
Παραδείγματα
The professor provided detailed instructions for the written exam.
Ο καθηγητής παρείχε λεπτομερείς οδηγίες για τη γραπτή εξέταση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store