pshe
p
ˈpi:
pi
she
ʃi:
shi

Ορισμός και σημασία του "PSHE"στα αγγλικά

01

PSHE, Προσωπική

a subject taught in schools to help students develop the knowledge, skills, and attributes they need to manage their lives 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
PSHEs
Παραδείγματα
The school has a dedicated PSHE curriculum that covers topics such as mental health, relationships, and financial literacy. 

Το σχολείο έχει ένα αφοσιωμένο πρόγραμμα σπουδών PSHE που καλύπτει θέματα όπως η ψυχική υγεία, οι σχέσεις και η οικονομική παιδεία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store